οστεοπόρωση

Τι είναι η Οστεοπόρωση;

Η Οστεοπόρωση χαρακτηρίζεται από ελάττωση της πυκνότητας και της δύναμης των οστών μ’ αποτέλεσμα την εύκολη δημιουργία καταγμάτων. Παρόμοια αλλά ηπιότερη κατάσταση είναι η Οστεοπενία κατά την οποία το οστό είναι πιο αραιωτικό από το φυσιολογικό αλλά όχι στο βαθμό της οστεοπόρωσης. Οι περιοχές του σκελετού στις οποίες εμφανίζονται συχνότερα οστεοπορωτικά κατάγματα είναι η Σπονδυλική Στήλη, τα Ισχία, τα Πλευρά και οι Καρποί.

osteo1

 

Ποια είναι τα συμπτώματα της Οστεοπόρωσης;

Η Οστεοπόρωση μπορεί να αποτελεί για χρόνια μια σιωπηλή κατάσταση καθώς από μόνη της δε γίνεται εμφανής παρά μόνο μέσω της εμφάνισης καταγμάτων. Κατά συνέπεια οι ασθενείς με Οστεοπόρωση μπορεί να μην έχουν γνώση της κατάστασης τους αν δεν έχουν ήδη υποστεί κάποιο κάταγμα. Το χαρακτηριστικό των οστεοπορωτικών καταγμάτων είναι ότι συμβαίνουν με πολύ μικρότερη βία απ’ ότι τα κατάγματα των υγιών, και άρα πιο πυκνών, οστών. Αν και η Οστεοπόρωση είναι πιο συχνή στις γυναίκες, τα ίδια χαρακτηριστικά αφορούν και τους άνδρες.
Η συμπτωματολογία των οστεοπορωτικών καταγμάτων εξαρτάται από την εντόπιση τους. Για παράδειγμα συμπιεστικά οστεοπορωτικά κατάγματα των σπονδυλικών σωμάτων μπορεί να προκαλέσουν ζωστηροειδή πόνο που ακτινοβολεί από την πλάτη προς τις πλευρές. Η δημιουργία πολλαπλών οστεοπορωτικών σπονδυλικών καταγμάτων οδηγεί σε χρόνιο πόνο που εντοπίζεται χαμηλά στη μέση, απώλεια ύψους του ασθενούς και συχνά κυφωτικές παραμορφωτικές αλλοιώσεις που δημιουργούν μια έντονη καμπούρα. Τα επαναλαμβανόμενα σπονδυλικά οστεοπορωτικά κατάγματα πέρα από τις παραμορφωτικές αλλαγές στην στάση του ασθενούς μπορεί να προκαλέσουν και νευρολογική σημειολογία λόγω πίεσης νεύρων του Νωτιαίου Μυελού. Ευτυχώς μπορούν να αντιμετωπιστούν με ειδικές χειρουργικές τεχνικές όπως η σπονδυλοπλαστική ή η κυφοπλαστική. Σε αντίθετη περίπτωση η κυφωτική παραμόρφωση που τα συνοδεύει μπορεί να προκαλέσει τέτοια πίεση στο θώρακα που να δυσχεράνει ακόμα και την αναπνευστική λειτουργία καθιστώντας τον ασθενή επιρρεπή σε αναπνευστικές λοιμώξεις.

 

osteop2
Άλλο παράδειγμα αποτελούν τα κατάγματα του ισχίου που προκαλούνται από γλίστρημα ή πέσιμο και τα οποία συνοδεύονται από έντονο πόνο στην περιοχή του ισχίου και πλήρη αδυναμία ορθοστάτησης και βάδισης. Τα κατάγματα του ισχίου σχεδόν πάντα απαιτούν χειρουργική αντιμετώπιση η οποία όχι μόνο θα μειώσει τον πόνο αλλά θα επιτρέψει και την άμεση κινητοποίηση του ασθενούς.
osteop3

Ποιες είναι οι συνέπειες της Οστεοπόρωσης;

Τα οστεοπορωτικά κατάγματα είναι υπεύθυνα για τον πόνο και τη δυσκινησία που προκαλούν και γενικότερα τη μειωμένη ποιότητα ζωής που συνεπάγονται. Η αποκατάσταση των ασθενών που υφίστανται οστεοπορωτικό κάταγμα ισχίου μπορεί να καταστεί μακροχρόνια ενώ συνδέεται και με υψηλά ποσοστά επιπλοκών θνησιμότητας. Οι μεγάλης ηλικίας ασθενείς μπορεί να αναπτύξουν λοιμώξεις αναπνευστικού ή ουροποιητικού λόγω της αδυναμίας άμεσης κινητοποίησης ενώ ακόμα πιο απειλητικές μπορεί να είναι επιπλοκές όπως η φλεβική θρόμβωση ή η πνευμονική εμβολή λόγω μεταφοράς θρόμβων αίματος στους πνεύμονες. Οι επιπλοκές μπορεί να αφορούν και ένα νέο οστεοπορωτικό κάταγμα καθώς το 20% των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών που έχουν υποστεί σπονδυλικό οστεοπορωτικό κάταγμα θα υποστούν ένα νέο εντός του επόμενου έτους. Όσον αφορά τη θνησιμότητα έχει υπολογιστεί πως το 20% των οστεοπορωτικών γυναικών με κάταγμα ισχίου ενδέχεται να καταλήξουν κατά τη διάρκεια του επόμενου χρόνου.

Ποιοι παράγοντες καθορίζουν τη δύναμη των οστών;

Η οστική μάζα και η οστική πυκνότητα καθορίζονται από την ποσότητα του οστού εντός του σκελετού. Γενικώς όσο μεγαλύτερη είναι η πυκνότητα του οστού τόσο μεγαλύτερη είναι η δύναμη και η αντοχή του. Η οστική πυκνότητα επηρεάζεται σημαντικά από την κληρονομικότητα, τους περιβαλλοντικούς παράγοντες καθώς και τη λήψη ορισμένων φαρμάκων. Για παράδειγμα οι άντρες έχουν πιο πυκνά οστά από τις γυναίκες και οι αφρικανές γυναίκες έχουν υψηλότερη οστική πυκνότητα από τις Ευρωπαίες ή τις Ασιάτισσες. Κατά τη διάρκεια της ζωής η οστική πυκνότητα φτάνει τις υψηλότερες τιμές της γύρω στην ηλικία των 25 ετών και διατηρείται σε αυτές τις τιμές για περίπου 10 χρόνια. Μετά την ηλικία των 35 τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες χάνουν 0,3-0,5% της οστικής τους πυκνότητας κάθε χρόνο. Όσον αφορά τις γυναίκες πρέπει να αναφερθεί πως τα οιστρογόνα είναι πολύ σημαντικά για τη διατήρηση της οστικής πυκνότητας. Μετά την εμμηνόπαυση που τα επίπεδα των Οιστρογόνων πέφτουν η απώλεια οστικής μάζας και πυκνότητας επιταχύνεται με συνέπεια τη λεγόμενη Μετεμμηνοπαυσιακή Οστεοπόρωση.

Ποιο είναι οι παράγοντες κινδύνου για την Οστεοπόρωση;

Παρακάτω αναφέρονται οι κυριότεροι παράγοντες που σχετίζονται με την ανάπτυξη Οστεοπόρωσης

  • Γυναικείο φύλο
  • Καυκάσια ή Ασιατική φυλή
  • Λεπτό και αδύνατο σώμα
  • Οικογενειακό ιστορικό (πχ αν η μητέρα σας είχε οστεοπόρωση)
  • Κάπνισμα
  • Υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ
  • Καθιστική ζωή και έλλειψη εκγύμνασης
  • Δίαιτα χαμηλή σε Ασβέστιο, έλλειψη βιταμίνης D και γενικώς πτωχή διατροφή
  • Χαμηλά επίπεδα Οιστρογόνων στις γυναίκες και χαμηλά επίπεδα Τεστοστερόνης στους άντρες
  • Χρόνιες λοιμώξεις όπως λχ η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα ή Ηπατικές λοιμώξεις
  • Υπερθυρεοειδισμός ή Υπερπαραθυεοειδισμός
  • Χρόνια ακινησία και Κλινοστατισμός (όπως λχ μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο)
  • Χρόνια φαρμακευτική αγωγή με φάρμακα όπως Κορτικοστεροειδή, Ηπαρίνη, Φαινυτοίνη

 

Πώς διαγιγνώσκεται η Οστεοπόρωση;

Μία απλή ακτινογραφία μπορεί να αποκαλύψει την οστεοπόρωση καθώς το οστό θα απεικονίζεται πιο αραιωτικό από το φυσιολογικό. Δυστυχώς όμως την στιγμή που ο απλός ακτινολογικός έλεγχος θα είναι σε θέση να ανιχνεύσει την οστεοπόρωση τουλάχιστον 30% του οστού θα έχει ήδη χαθεί διότι οι ακτινογραφίες δεν αποτελούν ειδική εξέταση για την οστεοπόρωση. Επιπλέον η ακτινολογική απεικόνιση μπορεί να επηρεάζεται από τεχνικά θέματα (όπως ο χρόνος έκθεσης του φιλμ) που καθιστούν τις ακτινογραφίες μη αξιόπιστες πάντα.
Η εξέταση εκείνη που θεωρείται ειδική για την ποιοτική και ποσοτική ανίχνευση της οστεοπόρωσης ονομάζεται εξέταση οστικής πυκνότητας και για τη διενέργεια της χρησιμοποιούνται διάφορες τεχνικές. Η πιο κοινή είναι η απορροφησιομετρία με διπλή ακτίνα, επονομαζόμενη και DEXA Scan. Η εξέταση αυτή χρησιμοποιεί χαμηλής ενέργειας ακτίνες Χ, ικανές να ανιχνεύουν περιοχές με χαμηλά ποσοστά απώλειας οστού. Το DEXA Scan μετράει την οστική πυκνότητα στο ισχίο, στην σπονδυλική στήλη και στο αντιβράχιο, είναι ακριβής εξέταση, διαρκεί 15 λεπτά και εκθέτει τον ασθενή σε πολύ χαμηλή δόση ακτινοβολίας (λιγότερη από το 1/10 της ακτινοβολίας μιας απλής ακτινογραφίας θώρακος). Η οστική πυκνότητα του ασθενούς μετράται συγκριτικά με την οστική πυκνότητα νέων ασθενών της ίδιας φυλής και φύλου (T-Score) ή με την οστική πυκνότητα ασθενών της ίδιας ηλικίας, της ίδιας φυλής και φύλου. (Z-Score). Βάσει αυτών των μετρήσεων η Οστεοπόρωση ορίζεται ως οποιαδήποτε τιμή T-Score μικρότερη του -2.5 ενώ η Οστεοπενία ορίζεται ως οποιαδήποτε τιμή T-Score μεταξύ -1 και -2.5.

 

osteop4

 

Ποιος πρέπει να κάνει έλεγχο Οστικής πυκνότητας;

Βάσει των οδηγιών του διεθνούς ιδρύματος Οστεοπόρωσης υπάρχουν συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων που θα πρέπει να ελέγχονται με Dexa Scan οι οποίες είναι οι εξής:

  • Όλες οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες κάτω των 65 με ένα η περισσότερους παράγοντες κινδύνου
  • Όλες οι γυναίκες άνω των 65 ανεξαρτήτως παραγόντων κινδύνου
  • Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που έχουν υποστεί κάταγμα (αν και σε αυτές συνίσταται η έναρξη αντιοστεοπορωτικής αγωγής ανεξαρτήτως οστικής πυκνότητας).
  • Γυναίκες που έχουν μία από τις τουλάχιστον 50 παθήσεις που σχετίζονται με Οστεοπόρωση (Ο γιατρός σας θα πρέπει να σας παρουσιάσει την σχετική λίστα)

 

Θα πρέπει να σημειωθεί πως εκτός από το DEXA Scan υπάρχουν και άλλες μέθοδοι μέτρησης της οστικής πυκνότητας οι οποίες συνοπτικά αναφέρονται:

  • – pDXA: Μετράει την οστική πυκνότητα σε περιφερικά οστά όπως στο βραχιόνιο, στα δάκτυλα και στην πτέρνα
  • – SXA: Χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας στην πτέρνα.
  • – QCT: Η μέθοδος αυτή γίνεται με τη βοήθεια αξονικού τομογράφου. Μετράει τις πυκνότητες στα οστά του κατώτερου τμήματος της σπονδυλικής στήλης
  • – QUS: Χρησιμοποιεί τους υπερήχους και μετράει την πυκνότητα σε πτέρνα, δάχτυλα και κνήμη.

 

Ποια είναι η θεραπεία της Οστεοπόρωσης και κατά πόσο μπορεί να προληφθεί;

O σκοπός της αντιοστεοπορωτικής θεραπείας είναι η πρόληψη των καταγμάτων. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί είτε με τη μείωση της οστικής απώλειας είτε με την αύξηση της οστικής παραγωγής. Παράλληλα με τη φαρμακευτική θεραπεία ο ασθενής θα πρέπει να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης για την αποφυγή της οστεοπόρωσης. Τα μέτρα αυτά και οι ενδεικνυόμενες θεραπείες είναι:

  • Αλλαγή του τρόπου ζωής που να περιλαμβάνει τη διακοπή του καπνίσματος, τη μείωση της κατανάλωσης αλκοόλ, την τακτική άσκηση και την σωστή διατροφή με επαρκείς ποσότητες ασβεστίου και βιταμίνης D.
  • Φαρμακευτική αγωγή που στοχεύει στη μείωση της οστικής απώλειας. Τα Διφωσφονικά είναι τα πιο διαδεδομένα φάρμακα στην καταπολέμηση της νόσου. Τέτοια είναι τα εξής: Αλεδρονάτη (Fosamax), Ριζεδρονάτη (Actonel), Ραλοξιφαίνη (Evista), Ιβανδρονάτη (Boniva), Ζολεδρονάτη (Reclast). Επίσης παρόμοια δράση έχουν η Καλσιτονίνη καθώς και μία πιο πρόσφατη ουσία το Denosumab (Prolia).
  • Φαρμακευτική αγωγή που στοχεύει στην αύξηση της οστικής παραγωγής όπως η Τεριπαρατίδη (Forsteo)